ἄκυλος

ἄκυλος
Grammatical information: m. and f.
Meaning: `the edible acorn of Quercus Ilex' (κ 242).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Connections with Skt. aśnā́ti `eat' or ἄκολος are improbable. Rather a substr. word (Fur. 255 n. 32, because of ἀκυλαῖον; -υλ- is a frequent Pre-Greek suffix).
Page in Frisk: 1,61

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκυλος — acorn masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκυλος — Παλαιά ονομασία του κορκού της δρυός της κοκκοφόρου (βελανίδι) και του βαλανόμορφου καρπού της πουρναριάς. Ά. λεγόταν και αρχαίο κόσμημα που είχε το σχήμα βελανιδιού. Κοσμήματα του είδους ήταν συνηθισμένα στην αρχαία Μακεδονία. * * * ο, η (Α… …   Dictionary of Greek

  • ἀκύλοις — ἄκυλος acorn masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκύλοισιν — ἄκυλος acorn masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκύλου — ἄκυλος acorn masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκύλους — ἄκυλος acorn masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκύλων — ἄκυλος acorn masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκυλοι — ἄκυλος acorn masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκυλον — ἄκυλος acorn masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Eichel, die — Die Eichel, plur. die n. 1) Die längliche runde Frucht des Eichbaumes, welche vornehmlich zur Mastung der Schweine gebraucht wird. Die Schweine in die Eicheln schlagen, oder treiben. S. Dachseichel und Harzeichel. 2) Figürlich, die Gestalt einer… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • άκολος — (I) ἄκολος, η (Α) πολύ μικρό κομμάτι ψωμιού, μπουκιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι άγνωστης ετυμολογίας. Η σύνδεσή της με το σανσκρ. aśnāti «τρώγω» δεν βοηθάει καθόλου στην ερμηνεία τού σχηματισμού της επίσης αβέβαιη είναι και η σχέση τής λ. με το ουσ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.